ἔκχυσις

ἔκ-χῠσις, εως, ,
A outflow, Arist.Mete.354a26; pouring out, Thphr.Vent.50, LXXLe.4.12;

βαλανείου PTeb.86.9

(ii B.C.); shedding,

αἵματος Porph.Antr.11

.
II effusion of pus, Erasistr. ap. Gal.8.318.
III sluice or drain, CPR176.16 (iii A.D.),al.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκχυσις — outflow fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκχύσει — ἔκχυσις outflow fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐκχύσεϊ , ἔκχυσις outflow fem dat sg (epic) ἔκχυσις outflow fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκχύσεις — ἔκχυσις outflow fem nom/voc pl (attic epic) ἔκχυσις outflow fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκχύσεσι — ἔκχυσις outflow fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκχύση — ἔκχυσις outflow fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκχυσιν — ἔκχυσις outflow fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Lambda Aquarii — Starbox begin name=λ Aquarii Starbox observe epoch=J2000 ra=22h 52m 36.8759s dec= 07° 34 prime; 46.557 Prime; appmag v=3.766 constell=Aquarius Starbox character class=M2III b v=1.64 u b=1.74 variable=Variable star Starbox astrometry radial v= 8.8 …   Wikipedia

  • Lambda Aquarii — λ Aquarii Données d observation (Époque J2000.0) Ascension droite 22h 52m 36,8759s Déclinaison −07° 34′ 46,557″ Constellation Verseau Magnitude apparente 3 …   Wikipédia en Français

  • έκχυμα — το (AM ἔκχυμα) αυτό που χύθηκε, έκχυση, χύσιμο («αἵματος ἔκχυσις» αιματοχυσία) μσν. μτφ. ξεχείλισμα («ἔκχυμα ψυχῆς» η έκχυση τής ψυχής προς τα έξω, το ξεχείλισμα τής ψυχής) …   Dictionary of Greek

  • έκχυση — η (AM ἔκχυσις) χύσιμο προς τα έξω, ξεχύσιμο νεοελλ. 1. εκροή, έκρυση, εκβολή (ποταμού) 2. μτφ. διάχυση, περιπαθής εκδήλωση μσν. (για ευεργέτημα) προσφορά, παροχή αρχ. 1. χύσιμο αίματος 2. οχετός 3. (για πύον) διάχυση …   Dictionary of Greek

  • αιματεκχυσία — η (Μ αἱματεκχυσία) εκροή, έκχυση αίματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἷμα + ἔκχυσις < ἐκχέω. ΠΑ Ρ. αιματεκχυτικός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.